165

Κυριακή των Αγίων Πατέρων

Εκτυπώσιμη μορφήΕξαγωγή σε PDF

Διδαχή τοῦΣεβασμιωτάτου Μητροπολίτου μας κ.κ. ΝΙΚΟΛΑΟΥ

(Πράξ. κ΄ 16-18, 28-36)

Ἀπειλή μεγάλη γιά τήν Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ, ἀγαπητοί μου Χριστιανοί, εἶναι οἱ αἱρετικοί, οἱ ὁποῖοι ἀπό τά πρῶτα χριστιανικά χρόνια μέ τόν ἐγωϊσμό τους κήρυξαν διαφορετικά δόγματα καί ἐδίχασαν τό Μυστικό Σῶμα τοῦ Χριστοῦ. «Λύκους» καί μάλιστα «βαρεῖς» τούς ὀνομάζει ὁ ἀπόστολος Παῦλος, γιατί ὅπως οἱ λύκοι ἁρπάζουν τά πρόβατα ἀπό τήν ποίμνη καί τά κατατρώγουν, ἔτσι καί αὐτοί ἁρπάζουν τούς ὀρθοδόξους χριστιανούς ἀπό τή μάνδρα τῆς Ἐκκλησίας καί καταστρέφουν ψυχές. Μεγάλη ζημία προξενοῦν «λαλοῦντες διεστραμμένα», δηλαδή διαστρέφοντες τά νοήματα τῶν Ἁγίων Γραφῶν καί διαδίδοντες στρεβλά δόγματα καί διεφθαρμένα. Ἀπώτερος σκοπός τους εἶναι νά δημιουργήσουν ὀπαδούς, τυφλά ὄργανα, ὑπηρέτες τῶν προσωπικῶν τους συμφερόντων.

Αὐτή ἡ προφητεία τοῦ ἀποστόλου Παύλου ἐκπληρώθηκε ἀμέσως μετά τήν ἀναχώρησή του ἀπό τήν Ἀσία. Πολλοί ψευδαπόστολοι ἐμφανίσθηκαν (Ἀποκ. 2,1) στήν Ἔφεσο καί στήν Ἐκκλησία τῆς Περγάμου, καί πολλούς διέφθειραν στήν πίστη. Ἀνάμεσα σ΄ αὐτούς ἀνήκει ἡ ψευδοπροφῆτις Ἰεζάβελ πού πλάνησε τούς πιστούς τῶν Θυατείρων (Ἀποκ. 2,20) προτρέποντάς τους νά πορνεύουν καί νά τρώγουν εἰδωλόθυτហὁ Ὑμέναιος καί ὁ Ἀλέξανδρος, οἱ ὁποῖοι «περί τήν πίστιν ἐναυάγησαν» (Α΄ Τιμ. 1,20) καί ἀκόμα ὁ Ὑμέναιος καί ὁ Φιλητός «οἵτινες περί τήν ἀλήθειαν ἠστόχησαν» (Β΄ Τιμ. 2,18). Σ΄ αὐτούς μποροῦμε νά προσθέσουμε ὅλο τό πλῆθος τῶν αἱρετικῶν πού ἐμφανί­σθη­καν κατόπιν καί ἐπλάνησαν πολλούς εὐσεβεῖς.

Ὅλοι αὐτοί ἦσαν πνευματικοί ἡγέτες στούς ὁποίους ἡ Ἐκκλησία εἶχε ἐμπιστευθεῖ τίς ψυχές τῶν μελῶν της. Ἀπεδείχθησαν ὅμως κίβδηλοι, ἰδιοτελεῖς, φιλόδοξοι, ἐκμετα­­­λευ­τές. Διέστρεψαν τά λόγια τοῦ Εὐαγγελίου, γιά νά καλύψουν τήν παραστρατημένη ζωή τους, ἤ γιά νά ἱκανοποιήσουν τήν ἐωσφορική τους ὑπερηφάνεια. Δημιούργησαν κλίκες καί φατρίες γιά τήν ἐξασφάλιση τῶν συμφερόντων τους. Μεγάλο σάλο προκάλεσαν στήν Ἐκκλησία καί διετάραξαν τή γαλήνη πολλῶν συνειδήσεων. Ἦταν βαλμένοι ἀπό τό διάβολο νά τραυματίσουν τήν ἁγία πίστη τοῦ Χριστοῦ. Τό κακό πού προκάλεσαν στήν πρώτη Ἐκκλησία ἦταν τόσο μεγάλο, ὥστε νά δικαιολογεῖ τήν ἀγανά­κτη­ση τοῦ Ἀποστόλου τῶν Ἐ­θνῶν: «εἴ τις ὑμᾶς εὐαγγελίζεται παρ΄ ὅ παρελάβετε, ἀνάθεμα ἔστω» (Γαλ. 1,9). Ὁ αἱρετικός καί συκοφάντης τῆς πίστεως δέν μπορεῖ νά ἀνήκει στό Σῶμα τῆς Ἐκκλησίας. Ἀποκόπτεται τό σάπιο μέλος, γιά νά σωθεῖ τό ὑπό­λοι­πο σῶμα.

Οἱ παρεκκλίσεις ἀπό τήν Ὀρθόδοξη Εὐαγγελική πίστη πού δημιουργοῦν ἔριδες καί διαιρέσεις, ἔχουν τήν πηγή τους στήν πεισματική ἀλαζονεία τῶν ἀνθρώπων ἐκεί­νων πού ἀντί νά ὑποτάσσονται στή διδασκαλία τῆς Ἐκκλησίας, τήν ἀλλοιώνουν θέλοντας νά τήν ξεπεράσουν μέ θεωρίες δικῆς τους ἐμπνεύσεως. Ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Θεολόγος ρητά λέγει, ὅτι «πᾶς ὁ παραβαίνων καί μή μένων ἐν τῇ διδαχῇ τοῦ Χριστοῦ Θεόν οὐκ ἔχει» (Β΄ Ἰωάν. 9). Ἡ ἄτακτη ἐπιθυμία ὑπεροχῆς ὁδηγεῖ τόν ἄνθρωπο σέ μιά περίεργη λογική κατά τήν ὁποία κριτήριο γνησιότητος εἶναι ὅ,τι ἐκεῖνος δέχεται καί πιστεύει. Καί ἐφόσον ἡ ὑπερηφάνεια εἶναι ρίζα κάθε ἁμαρτίας, κατά τό τοῦ σοφο~υ Σειράχ «ἀρχή ὑπερηφανείας ἁμαρτία» (10,13), εὔκολα μπορεῖ νά συμπεράνει κανείς γιατί οἱ αἱρετικοί πέ­φτουν ἀπό τήν μιά στήν ἄλλη πλάνη καί γιατί χάνουν τά θεῖα χαρίσματα, τά ὁποῖα μέ ἄσκηση καί κόπο εἶχαν ἀποκτήσει. Ὁ Τωβίτ λέγει: «ἐν τῇ ὑπερηφανίᾳ ἀπώλεια καί ἀκαταστασία πολλή» (Τωβ. 4,13). Σύγχυση δημιουργεῖ καί στό νοῦ καί στήν καρδιά ἡ ἀλαζονεία. Τήν ἁγία πίστη τῆς Ἐκκλησίας παραμορφώνει σέ ἐγωϊστική διανόηση ἀπό τήν ὁποία λείπει ἡ ζωογόνος ἑνωτική πνοή τῆς θείας Χάριτος. Ἡ ἀπόλυτη ἐμπιστοσύνη στόν ἑαυτό μας κλείνει κάθε δίοδο ἐπικοινωνίας μας μέ τό Θεό. Μόνο ἡ ταπεινοφροσύνη χαριτώνει τή σκέψη καί τή φωτίζει στήν κατανόηση τῶν Εὐαγγελικῶν κηρυγμάτων.

Ὁ προφητικός λόγος τοῦ ἀποστόλου Παύλου ἐπαληθεύεται καί σήμερα. Παρ΄ ὅτι ἐπί πολλούς αἰῶνες δοκιμάσθηκε ἡ πίστη καί διαμορφώθηκαν τά δόγματα, δέν ἔπαψε τό μικρόβιο τῆς αἱρέσεως νά ταλαιπωρεῖ τό Σῶμα τῆς Ἐκ­κλη­σίας. «Λύκοι ἅρπαγες μέ ἔνδυμα προβάτου» διαδίδουν μέ κάθε τρόπο τίς δοξασίες τους καί προσπαθοῦν νά πλα­νή­σουν ἀκόμα καί τούς εὐσεβεῖς. Ἐκτός ἀπό τούς γνωστούς αἱρεσιάρχες καί ἄλλοι ἐγωπαθεῖς καί «πεφυσιωμένοι» δημιουργοῦν φατρίες μέσα στήν Ἐκκλησία κηρύττο­ντες δικό τους Χριστό, προσαρ­μο­σμένο στή δική τους νοοτροπία. Τάση αὐτονομήσεως ἀπό τήν Ἐκ­κλη­σία παρατηρεῖται ἀκόμα καί σέ πνευματικούς πατέρες, οἱ ὁποῖοι ἐν ὀνόματι τοῦ Χριστοῦ καί τῆς Ὀρθοδοξίας χαράσσουν δική τους γραμμή σέ θέματα ἐκκλη­σια­στι­κά, πού στήν ἀρχή μπορεῖ νά φαίνονται ἐπουσιώδη, σύν τῷ χρόνῳ ὅμως δημιουργοῦν κατάσταση ἐπικίνδυνη γιά τήν ἑνότητα καί τήν καθαρότητα τῆς πίστεως.

Μπροστά σ΄ αὐτόν τόν κίνδυνο ἡ εὐθύνη ὅλων μας, ἰδιαίτερα τῶν ποιμένων τῆς λογικῆς τοῦ Χριστοῦ ποίμνης, εἶναι πολύ μεγάλο. Ὁ Ἀπόστολος μέ τό διο­ρα­τικό του χάρισμα βλέποντας τόν πόλεμο καί τόν σεισμό τῶν ἐρίδων καί διχοστασιῶν τῆς Ἐκκλησίας, «μετά δακρύων» νουθετεῖ τούς ποιμένες νά προσέχουν τόν ἑαυτό τους καί ὅλο τό ποίμνιο, στό ὁποῖο τό Πνεῦμα τό Ἅγιο τούς ἔθεσε ἐπισκόπους, γιά νά ποιμαί­νουν τήν Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ, «ἥν περιε­ποιή­σα­το διά τοῦ ἰδίου αἵματος»ž γιά νά φρουροῦν τήν ἁγία Ἐκκλησία, νά γρη­γο­ροῦν, νά ἀγρυπνοῦν ἐπί τῶν ἐπάλξεων τῆς ἀμωμήτου Ὀρθοδοξίας, νά ἀπο­διώ­κουν κάθε αἰτία σκανδάλου, νά τηροῦν τήν ἑνότητα τοῦ πνεύματος «ἐν τῷ συνδέσμῳ τῆς εἰρήνης» (Ἐφεσ. 4,3), νά περιπατοῦν εὐσχημόνως.

Ὁ ἴδιος ὁ Ἀπόστολος γράφοντας στό μαθητή του Τιμόθεο ἀναφέρεται στά φαινό­με­να ἀποστασίας τῶν ἐσχάτων. Τό Πνεῦμα μέσῳ τῶν Προφητῶν τό λέει ξεκάθαρα, ὅτι στούς ἐσχάτους καιρούς θά ἀποστατήσουν μερικοί ἀπό τήν πίστη καί θά προσκολλη­θοῦν σέ πνεύματα πλάνης καί σέ διδασκαλίες δαιμονικές. Θά παρασυρθοῦν ἀπό ἀπατεῶνες καί ὑποκριτές πού ἔχουν πωρωμένη τή συνείδησή τους (Α΄ Τιμ. 4,1-4). Αὐτά τά φαινόμενα χαρακτηρίζουν τήν ἐποχή μας. Ἀποθρασύνθηκαν οἱ λύκοι καί εἰσέβα­λαν στήν κοινωνία μέ κάθε τρόπο.

Ἀγαπητοί μου Χριστιανοί. Ἕως πότε θά ἀνεχόμαστε τούς διαστρεβλωτές τῆς ἀλήθειας καί ἐκμεταλλευτές τῆς ψυχῆς μας; Εἶναι καιρός ὅλοι νά κατανοήσουμε, ὅτι ἡ ἐγγύηση γιά τήν πρόοδο τοῦ ἔθνους μας καί τή σωτηρία τῆς κοινωνίας μας δίδει μόνο ἡ ἁγία Ὀρθοδοξία, πού στάθηκε καί θά σταθεῖ ὡς Μητέρα φιλόστοργη δίπλα στόν πόνο καί τή δοκιμασία κάθε ἀνθρώπου, κάθε λαοῦ.

Κήρυγμα: