165

Κυριακή των Βαΐων

Εκτυπώσιμη μορφήΕξαγωγή σε PDF

Διδαχή τοῦ Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου μας κ.κ. ΝΙΚΟΛΑΟΥ

(Φιλιπ. δ. 4 - 9)

Ἡ χαρά γιά τήν ὁποία μᾶς ὁμιλεῖ σήμερα ὁ θεῖος Ἀπόστολος, ἀγα­πη­τοί μου Χρι­στια­νοί, δέν εἶναι κάτι πού ἀποκτᾶται μέ τήν τήρηση κάποιας συ­­ντα­γῆς, ἀλλά «δόσις ἀγαθή» τοῦ ἀγωνοθέτου Θεοῦ σ΄ ἐκείνους πού μέ τόν προσωπικό πνευματικό τους ἀγώνα ἔφθασαν στήν κατάσταση τῆς μετά τοῦ Θεοῦ κοινωνίας. Ἡ χαρά εἶναι θεῖο δῶρο, καρπός τοῦ Ἁγίου Πνεύ­μα­τος, διαπίστωση τῆς παρουσίας τοῦ Θεοῦ. Ἡ σημερινή Κυ­ριακή ὡς ἀποκο­ρύ­­φωμα μιᾶς ἀγωνιστικῆς ἀνοδικῆς πορείας καί συγχρόνως προοί­μιο μιᾶς ἑβ­δο­μάδος Σταυροῦ καί Ἀναστάσεως ὑπογραμμίζεται ὡς ἡμέρα χαρᾶς καί εὐ­φρο­σύνης. Χαρά πρέπει νά ἔχουμε γιά τό Πάθος καί τήν Ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ.

Εἶναι φυσικό καί ἀνθρώπινο τό Πάθος τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ νά προξε­νεῖ στήν καρδιά μας θλίψη καί πόνο. Πλήν ὅμως, αὐτό πού φέρνει δάκρυα πρέ­­πει γιά τόν ἄνθρωπο τῆς πί­στεως νά εἶναι πηγή χαρᾶς. Ὁ καρπός τοῦ σταυ­ροῦ εἶναι ἡ χαρά τοῦ Πνεύματος. Διά τοῦ σταυροῦ ἦλθε στόν κόσμο ἡ ζωή τοῦ Χριστοῦ. Σ΄ αὐτή τή ζωή ὑπάρχει μιά χαρά τήν ὁποία κανείς δέν μπο­ρεῖ νά ἀφαιρέσει (Ἰωάν. 16,23). Ὁλόκληρη ἡ Ἐκκλησία χαίρει καί εὐ­­φραί­νεται ἐν ὄψει τῆς Ἁγίας καί Μεγάλης Ἑβδομάδος. «Ἐν χαρᾷ ἡ Βη­θα­νία προευτρεπίζου», ψάλλει ὁ ἱερός ὑμνωδός. «Εὐφράνθητι Ἱερουσαλήμ καί πανηγυρίσατε ἐν αὐτῇ πάντες οἱ ἀγαπῶντες αὐτήν, χάρητε χαρᾷ πάντες» ἀνα­φωνεῖ ὁ προφήτης Ἡσαΐας (66,10). Ὁ Χριστός ἔρχεται ὡς Νυμφίος γιά νά τελέσει τούς πνευματικούς γάμους μέ τή νύμφη ψυχή μας. Τά «Πά­θη τά σεπτά» γίνονται «φῶτα σωστικά». Λαμπροφορεῖ ἡ Ἐκκλησία καί μᾶς ἐφι­στᾶ τήν προσοχή νά μήν καταληφθοῦμε ἀπό τόν ὕπνο τῆς ραθυμίας καί μεί­­νουμε «ἔξω τοῦ νυμφῶνος Χριστοῦ».

Ἡμέρα ὑψίστης χαρᾶς εἶναι ἡ Ἀνάσταση τοῦ Κυρίου, διά τῆς ὁποίας κι ἐμεῖς ἐλευθερωνόμεθα ἀπό τά πάθη καί εἰσερχόμεθα στή νέα ζωή τῆς Χά­ρι­τος, στήν ὁποία ὁ θάνατος δέν ἔχει ἰσχύ, ὁ διάβολος δέν ἔχει δύναμη, ἡ ἁμαρτία δέν κατατυρανεῖ τήν ὕπαρξή μας, ἀλλά βασιλεύει καί δεσπόζει τό φῶς τῆς τρισήλιου Θεότητος.

Τό «χαίρειν ἐν Κυρίῳ» εἶναι κάτι πολύ διαφορετικό ἀπό τή χαρά τοῦ κό­σμου. Οἱ χαρές τοῦ κόσμου προκαλοῦνται μετά ἀπό κάποια ἐπιτυχία. Ἡ ἐν Κυρίῳ χαρά εἶναι ἡ χαρά μετά ἀπό ἕναν νικηφόρο ἀγώνα κατά τῆς ἁμαρ­­τίας. Ἡ χαρά τοῦ κόσμου ἀρχίζει μέ εὐχάριστα, ἀλλά τελειώνει μέ λυ­πη­­­ρά. Εἶναι ἀτελής καί ἐφήμερη. Ἡ ἡδονή τῆς ἁμαρτίας εἶναι μιά σωμα­τι­κή χα­ρά. Οἱ κοινωνικές σχέσεις δημιουργοῦν ψυχική εὐφορία καί διά­θε­ση ἱκα­νοποιήσεως. Ἡ ἐργασία τῶν παθῶν κολακεύει τή σάρκα καί ναρ­κώ­νει τό συναίσθημα. Τά ταξίδια, τά θεάματα, οἱ διασκεδάσεις καί ἄλλες ἐκ­δη­­­λώ­σεις διασκεδάζουν τούς προβληματισμούς καί ἀνακουφίζουν πρό­σκαι­­ρα ἀπό τήν ἔντα­ση τῆς καθημερινότητος. Δέ φέρνουν ὅμως ἀλλαγή στήν ψυχή. Δέ θέτουν θεμέλια γιά μιά καινούργια ψυχική οἰκοδομή χωρίς κα­ταιγίδες καί συγκρούσεις. Μᾶλλον ἀπωθοῦν τό πρόβλημα, τό ὁποῖο ἀνα­δι­­πλώνεται καί ἐμφανίζεται ἰσχυρότερο καί βιαιότερο. Κι ὕστερα ἀπό τά τα­ξίδια, τίς διασκεδάσεις καί τίς ἡδονές ἔρχεται ἡ τυραννία τῆς με­λαγ­χο­λίας. Οἱ προσπάθειες γιά τήν κατάκτηση τῆς χαρᾶς ἀποβαίνουν ἄκαρ­πες.

Ὅταν ἡ ζωή μας εἶναι σύμφωνη μέ τό θέλημα τοῦ Θεοῦ καί ὅλες οἱ ἐπιδιώξεις μας ἀποσκοποῦν στή δόξα τοῦ Θεοῦ καί κάθε πράξη μας ἔχει ὡς στόχο τήν ἀγάπη, τότε μόνο βρισκόμεθα μέσα στήν πραγματική χαρά. Τότε χαίρει ἡ καρδιά μας, διότι ἔχει τή μυστική πληροφορία (βεβαιότητα), ὅτι τήν ἀγάπησε ὁ Θεός καί κατασκήνωσε μέσα της. Τότε τή χαρά συνο­δεύ­ουν ἡ εἰρήνη, ἡ πραότητα, ἡ ἀταραξία, ἡ ἐλπίδα, ἡ γαλήνη.

Ἡ χαρά τοῦ χριστιανοῦ εἶναι μόνιμη κατάσταση καί στίς ὧρες τῶν θλί­ψεων. «Πι­στεύο­­ντες ἀγαλλιᾶσθε χαρᾷ ἀνεκλαλήτῳ καί δεδοξασμένῃ» γρά­φει ὁ ἀπόστολος Πέ­τρος πρός τούς χριστιανούς (Α΄ 1,8). Ἡ χαρά ἀνήκει μό­νο στή δοκιμασμένη πίστη. Χαί­ρει ὁ πιστός μέ τή δόξα τοῦ Θεοῦ, ἀλλά ἀ­κό­μα καί μέ τή μετοχή στά παθήματα τοῦ Χρι­στοῦ. Χαίρει μέσα στίς θλί­ψεις γιατί γνωρίζει, ὅτι οἱ δοκιμασίες αὐτές τόν ἐκπαι­δεύουν στά πνευ­μα­τι­κά ἀγωνίσματα, τέλος τῶν ὁποίων εἶναι «ὁ τῆς δικαιοσύνης στέφανος». Ὁ ἀπό­στολος Παῦλος μέ καύχηση γιά τίς δοκιμασίες καί τούς κινδύνους πού ὑπέστη γιά τό Χριστό, γράφει στούς Κορινθίους: «ὑπερπερισσεύομαι τῇ χαρᾷ ἐπί πάσῃ τῇ θλίψει ἡμῶν» (Β΄ 7,14). Ἔτσι καί οἱ χριστιανοί ἄν καί «λυ­πούμενοι» πρέπει νά εἴμεθα «ἀεί χαί­ρο­ντες».

Ὁ προφητάναξ Δαβίδ πολλές φορές στούς Ψαλμούς ἀναφέρεται στή χα­­ρά πού δί­νει ὁ Θεός. Ἔχοντας δοκιμάσει ὅλες τίς χαρές τοῦ κόσμου φθά­­νει στή δική του ἐπιλογή: «ἐ­γώ δέ εὐφρανθήσομαι ἐπί τῷ Κυρίῳ» (Ψαλμ. 103,34).

Ἀγαπητοί μου Χριστιανοί. Γιά νά φθάσουμε στή χαρά τῆς Ἀνα­στά­σεως πρέπει νά σταυ­ρωθοῦμε ὡς πρός τήν ἁμαρτία. Τήν ἐμπειρία τῆς ἑκου­σίου νεκρώσεως τήν βιώ­σαμε μέ τήν ἄσκηση, τή νηστεία καί τήν προσευχή τῆς Ἁγίας καί Μεγάλης Τεσσα­ρα­κο­στῆς. Τό παρόν στάδιο τῆς Μεγάλης Ἑβδο­μάδος, τῶν μυστηρίων τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ εἶναι γιά ὅλους μας, κυ­ρίως δέ γιά τούς βραδυπορήσαντες, μιά ἀκόμα εὐκαιρία προε­τοι­μασίας γιά τήν ὑποδοχή τῆς Ἀναστάσεως. Πηγή χαρᾶς εἶναι τό κενό μνημεῖο τοῦ Χρι­­στοῦ, πού γιά ὅλους τούς τόπους εἶναι ἡ ἁγία Τράπεζα τῆς Ἐκκλησίας ἐ­πά­νω στήν ὁποία συνεχίζεται τό μυστήριο τοῦ Σταυροῦ καί τῆς Ἀνα­στά­σεως «ὑπέρ τῆς τοῦ κό­σμου ζωῆς καί σωτηρίας».

Χαρά γιά μᾶς δέν εἶναι ἡ σημερινή θριαμβευτική ὑποδοχή τοῦ Χρι­στοῦ ἀπό τόν ἀνερ­μάτιστο ὄχλο. Εἶναι ἡ εἴσοδος τοῦ Θεανθρώπου στήν πό­­λη τοῦ Πάθους καί τῆς Ἀνα­­στάσεώς του. Αὐτή τή χαρά ὡς τέκνα τῆς ἐ­που­­ρανίου Ἱερουσαλήμ ἄς ζήσουμε καί ὑπο­δεχόμενοι στήν Ἐκκλησία μας τό Χριστό ἄς ἀναφωνήσουμε: «Εὐλογημένος ὁ ἐρχό­με­νος ἐν ὀνόματι Κυ­ρίουž ὡσαννά ἐν τοῖς ὑψίστοις» (Ματθ. 21,9).

Κήρυγμα: