165

Κυριακή του Παράλυτου

Εκτυπώσιμη μορφήΕξαγωγή σε PDF

Διδαχή τοῦ Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου μας κ.κ. ΝΙΚΟΛΑΟΥ

(Πράξ. θ΄ 32 - 42)

Τά δάκρυα καί ὁ κοπετός τῶν πτωχῶν, ἀγαπητοί μου Χριστιανοί, ἔπεισαν τούς χριστιανούς τῆς Ἰόππης νά προσκαλέσουν τόν ἀπόστολο Πέτρο στήν πόλη τους, γιά νά τούς ἀναστήσει τή μητέρα καί ἀδελφή, πού μέ τή φιλανθρωπία της εἶχε ὅλους ε[υεργετήσει. Ἀναμφίβολα ἐκεῖνες τίς μέρες κι ἄλλοι εἶχαν πεθάνει στήν περιοχή. Μοναδική ὅμως ἡ Ταβιθά, ἡ γυναίκα τῶν καλῶν ἔργων καί τῆς ἐλεημοσύνης. Ἄξιζε λοιπόν νά γίνει γι΄ αὐτή τόση χάρη καί ἐξαίρε­ση.

Ὁ ἀπόστολος Πέτρος ὅταν εἶδε τά δάκρυα τῶν πτωχῶν καί τούς χιτῶνες καί τά ἐνδύματα τῆς Ταβιθά στά χέρια τους, ἔκλινε στή γῆ τά γόνατα καί παρεκάλεσε τόν Θεό νά τήν ἀναστήσει. Ὕστερα στράφηκε στό νεκρό σῶμα καί φώναξε δυνατά: «Ταβιθά, ἀνάστηθι». Ἐκείνη ἀμέσως ἄνοιξε τά μάτια της καί ὅταν εἶδε τόν Πέτρο ἀνεκά­θισε. «Φωνήσας δέ τούς ἁγίους καί τάς χήρας παρέστησεν αὐτήν ζῶσαν». Δῶρο πολύτιμο σ΄ ὅλους τούς πιστούς ἦταν τό θαῦμα τῆς ἀναστάσεώς της. Τόση χάρη δίνει καί τόση δύναμη ἔχει ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ ἡ ἐλεημοσύνη.

Δίκαιος ἔπαινος στήν ἀφοσιωμένη μαθήτρια τοῦ Χριστοῦ ἦταν τό θαῦμα τῆς ἀναστάσεώς της. Ἡ Ταβιθά εἶχε κατανοήσει τό βαθύ νόημα τῆς εὐαγγελικῆς πίστεως ὅτι πρώτη καί θεμελιώδης ἐπιδίωξη κάθε πιστοῦ πρέπει νά εἶναι ἡ ἀγάπη πρός τούς δοκι­μα­ζομένους ἀπό τή φτώχεια καί τόν πόνο ἀδελφούς. Οἱ ἐλεημοσύνες στόλιζαν τή ζωή της. Ἀγαποῦσε νά χαρίζει χωρίς ἀνταπόδοση, νά βοη­θεῖ χωρίς σκοπιμότητα, νά συμπάσχει ἀληθινά, νά συνδράμει στίς δοκι­μα­σίες τῶν συνανθρώπων της.

Ἡ χάρη τῆς ἐλεημοσύνης ὑπερβαίνει τή χάρη κάθε θυσίας. Κάθε ἀγαθό ἔργο πού γίνεται ἀπό ἀγάπη Θεοῦ εἶναι θυσία στό Θεό. Θυσία εἶναι καί ἡ ἀγάπη καί ἡ ταπείνωση καί ἡ σωφροσύνη καί ἡ ὑπακοή καί ἡ προσευχή. Ἡ ἐλεημοσύνη ὅμως εἶναι ἡ θυσία πού ἀγαπᾶ καί θέλει ὁ Θεός. «Πορευθέντες δέ μάθετε τί ἐστιν ἔλεον θέλω καί οὐ θυσίαν» (Ματθ. 9,13). Ἡ ἐλεημοσύνη δέν εἶναι δωρεά, ἀλλά δάνειο. Σ΄ αὐτό τό δάνεισμα ὁ ἐλεῶν δανείζει, ὁ πτωχός δανείζεται καί ὁ Θεός γίνεται ἐγγυητής. «Δανείζει Θεῷ ὁ ἐλεῶν πτωχόν, κατά δέ τό δόμα αὐτοῦ ἀνταποδώσει αὐτῷ» (Παρ. 19,17). Ἡ ἐλεημοσύνη κάνει τόν Θεό χρεώστη τοῦ ἀνθρώπου. Ἡ Ταβιθά ἔδινε ἀγάπη καί κέρδισε ζωή. Χάριζε ὑλικά καί φθαρτά πράγματα, καί ἔλαβε ἀπό τόν «πλούσιο ἐν ἐλέει Θεό» τό μεγαλύτερο ἀγαθό.

Ἡ ἐλεημοσύνη εἶναι χρέος βασικό γιά κάθε χριστιανό. Εἶναι πηγή οὐράνιας ἀνταποδόσεως καί ἀποτελεῖ θησαυρό στούς οὐρανούς, χάρη στούς πάσχοντες, φίλους καί ἀδελφούς, διά τῶν ὁποίων προσεγγίζουμε προσωπικά τόν Ἰη­σοῦ Χριστό. Ἄν δέν γίνουμε γενναιόδωροι, ἄν δέν ἀποβάλλουμε τή λύπη τῆς καρδιᾶς τήν ὥρα πού ἐγκαταλείπουμε τά ὑλικά ἀγαθά, δέν μποροῦμε νά εἴμαστε γνήσιοι μαθητές τοῦ Χριστοῦ, ὁ ὁποῖος γιά μᾶς «ἐπτώχευσε πλούσιος ὤν, ἵνα ἡμεῖς τῇ ἐκείνου πτωχείᾳ πλουτήσωμεν» (Β΄ Κορ. 8,9).

Ἡ ἐλεημοσύνη ὑποτάσσεται σέ ἄλλους νόμους καί ὄχι στούς νόμους τῆς ἁπλῆς φιλανθρωπίας. Ἀναφέρεται στό πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ, πού ἀπεικονίζεται στό πρόσωπο κάθε πτωχοῦ καί ἀδυνάτου. Ἔχει ἐκκλησιαστικό χαρακτήρα, δηλαδή βοηθεῖ τόν πάσχοντα πλησίον νά ζήσει τήν εὐχαριστιακή κοινωνία μέ τήν ἀδελφική κατανομή τῶν ἀγαθῶν. Ἡ ἐλεημοσύνη δέν πρέπει νά εἶναι χειρονομία καλοσύνης, ἀλλά μίμηση τῶν ἔργων τοῦ Θεοῦ. Ἡ γενναιοδωρία τοῦ Θεοῦ στούς ἐλεήμονες εἶναι δεδομένη. «Μή ἀποστρέψῃς τό πρόσωπόν σου ἀπό παντός πτωχοῦ καί ἀπό σοῦ οὐ μή ἀποστραφῇ τό πρόσωπον τοῦ Θεοῦ», συμβούλευε ὁ Τωβίας τό γιό του (Τωβ. 4,7). «Μακάριοι οἱ ἐλεή­μο­νες, ὅτι αὐτοί ἐλεηθήσονται» (Ματθ. 5,7), διεκήρυξε τό ἀψευδές στόμα τοῦ Χριστοῦ. «Διά ταύτης ἀντί ὀλίγων βασιλείαν Οὐρανῶν ὠνούμεθα καί δόξαν ἀΐδιον», λέγει ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Ναζιανζη­νός.

Εὐαισθησία στό θέμα τοῦ πόνου καί τῆς φτώχειας ἔχουν ἰδιαίτερα οἱ γυναῖκες. Γι΄ αὐτό στά ἔργα τῆς ἀγάπης πρωτοστατοῦν καί παίζουν σημαντικότατο ρόλο στή φιλανθρωπία καί στά ἔργα εὐποιΐας. Οἱ μαθήτριες τοῦ Χριστοῦ, οἱ μυροφόρες, οἱ εὐαγγελίστριες, οἱ διακόνισσες, ἀπό τά πρῶτα χρόνια τῆς Ἐκ­κλη­σίας ὑπῆρξαν οἱ προ­στά­τες ἄγγελοι τῶν πονεμένων, οἱ γνήσιες μητέρες τῶν ὀρφανῶν, οἱ φιλόστοργες ἀδελφές κάθε δοκιμαζομένου. Ἀπό τήν Ὑπεραγία Θεο­τόκο μέχρι τή διακόνισσα Φοίβη τῶν Κεγχρεῶν, τή μητέρα τοῦ ἁγίου Χρυσοστόμου Ἐμμέλεια καί τήν κυρά τῶν Ἀθηνῶν ἁγία Φιλοθέη, στρατιές ἐπώ­νυ­μων καί ἀνώνυμων χριστιανῶν γυναικῶν ὑπηρέτησαν τό ἔργο τῆς φιλανθρωπίας καί ὅπως ἡ Δορκάς, ἔντυσαν, ἐπότισαν, ἔθρεψαν, ἐθεράπευσαν ὀρφανά, χῆρες, γέροντες, πτωχούς.

Δέν εἶναι τυχαῖο, ὅτι ἡ Ἐκκλησία τό ἔργο τῆς ἐμπράκτου ἀγάπης τό ἔχει ἀναθέσει στίς γυναῖκες. Αὐτές γνωρίζουν νά ἀπαλύνουν κάθε πόνο ὡς μητέρες καί νά παρηγοροῦν τούς ἀδελφούς. Προικισμένες ἀπό τό Θεό μέ πλούσιο συναίσθημα νιώθουν πιό πολύ καί ἀνταποκρίνονται πιό αὐθόρμητα στίς ἀνάγκες τοῦ πλησίον. Εὐλογημένες εἶναι οἱ μυροφόρες τῆς ἀγάπης, οἱ γυναῖκες κάθε ἐποχῆς, πού ὅπως ἡ Ταβιθά σκορποῦν ἁπλόχερα τήν ἀγάπη. Ἔχει ἀνάγκη ἡ κοινωνία μας ἀπό γυναῖικες ταπεινές, πρόθυμες σέ ἔργα θυσίας, πρωτοστάτες σέ κάθε ἀγαθό ἔργο.

Ἀγαπητοί μου Χριστιανοί. Ἡ δύναμη τῆς ἐλεημοσύνης ἀνιστᾶ τούς νεκρούς. Χαρί­ζει δύναμη ζωῆς σ΄ ἐκείνους πού ἐλεοῦν καί σ΄ ἐκείνους πού ἐλεοῦνται. Πόση εὐθύνη ἔχουμε ὅταν, ἐνῶ χάνονται οἱ ἀδελφοί μας μέσα στό πέλαγος τῆς ἀπελπισίας, ἐμεῖς ἀδιαφοροῦμε καί καταγινόμαστε μέ ἐγωϊστικά ἔργα, τά ὁποῖα ὅσο κι ἄν νομίζουμε ὅτι μᾶς τροφοδοτοῦν μέ χαρά καί αὐτοπεποίθηση, στήν οὐσία μᾶς ἀπομονώνουν στή φυλακή τῆς ἐγωπάθειάς μας. Παρ΄ ὅλα αὐτά ὑπάρχει τρόπος νά ζήσουμε. Εἶναι ἡ δόση τῆς ἀγάπης, πού φαίνεται ὡς προσφορά ζωῆς, ἀλλά στήν οὐσία εἶναι «δώρημα τέλειον ἄνωθεν καταβαῖνον ἀπό τοῦ Πατρός τῶν φώτων» (Ἰακ. 1,17). Ὁ Θεός γνωρίζει νά πληρώνει πλούσια τούς ἐργάτες τοῦ καλοῦ. Γι΄ αὐτό ἀνέστησε τήν Ταβιθά. Γιά νά διδάξει ὅλους μας ὅτι ἡ ἐλεημοσύνη εἶναι ζωή καί ἀνάσταση. Εἶναι ἡ πύλη πού ὁδηγεῖ στή Βασιλεία τῆς Ἁγίας Τριάδος.

Κήρυγμα: